Μετάφραση του "korvaava" σε Ελληνικά
Οι υποκατάστατος, αναπληρωματικός, υποκατάστατο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "korvaava" σε Ελληνικά.
korvaava
Adjective
adjective
γραμματική
-
υποκατάστατος
noun masculine -
αναπληρωματικός
Adjective masculine -
υποκατάστατο
neuterLuvut viittaavat pikemminkin siihen, etteivät erikoisliikkeet ole elintarvikkeiden vähittäiskaupan myymälöitä korvaavassa asemassa.
Αντιθέτως, τα στοιχεία υποδεικνύουν μάλλον ότι τα καταστήματα του εξειδικευμένου εμπορίου δεν αποτελούν υποκατάστατο του λιανικού εμπορίου τροφίμων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " korvaava " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Korvaava
-
Αντικατάσταση με
Korvaavalla asetuksella, jolla on samat vaikutukset, ei ole talousarviovaikutuksia.
Η αντικατάσταση του κανονισμού, με τη διατήρηση των ιδίων αποτελεσμάτων, δεν θα έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "korvaava" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υποκατάστατο καύσιμο
-
υποκατάστατο προϊόν
-
συμψηφιστική χρηματοδότηση
-
φύλλο κατανομής χρόνου υποκατάστασης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη