Μετάφραση του "koti" σε Ελληνικά
Οι σπίτι, κατοικία, οίκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koti" σε Ελληνικά.
koti
noun
γραμματική
-
σπίτι
noun neuterOnko tämä sinun kotisi?
Αυτό είναι το σπίτι σου;
-
κατοικία
noun feminineValittajat kiinnittivät lainan takaisinmaksun vakuudeksi omaisuutensa ja kotinsa.
Οι ανακόπτοντες εγγυήθηκαν την ανωτέρω υποχρέωση αποπληρωμής με τη σύσταση υποθήκης επί της ιδιόκτητης κατοικίας τους.
-
οίκος
noun masculineNassau on isäni koti.
Το Νασσάου είναι ο οίκος του πατέρα μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σπιτικό
- εστία
- οικία
- εξημερωμένος
- κατοικίδιος
- μάνα
- οικιακός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " koti " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Koti
-
Αρχική
No, Kentuckysta alunperin, mutta nyt tämä on enemmänkin koti
Απ' το Κεντάκυ αρχικά, αλλά τώρα εδώ είναι η πατρίδα μας
-
Αρχική σελίδα
-
Βασική
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Κεντρική
- Οικία
Εικόνες με "koti"
Φράσεις παρόμοιες με "koti" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νοσταλγία · νοσταλγός
-
οικιακός · οικόσιτος · σπιτίσιος · σπιτικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη