Μετάφραση του "koti-" σε Ελληνικά

Οι οικιακός, σπιτίσιος, σπιτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koti-" σε Ελληνικά.

koti-
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οικιακός

    adjective
  • σπιτίσιος

  • σπιτικός

    adjective
  • οικόσιτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koti- " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "koti-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εξημερωμένος · εστία · κατοικία · κατοικίδιος · μάνα · οίκος · οικία · οικιακός · σπίτι · σπιτικό
  • νοσταλγία · νοσταλγός
  • Αρχική · Αρχική σελίδα · Βασική · Κεντρική · Οικία
  • εξημερωμένος · εστία · κατοικία · κατοικίδιος · μάνα · οίκος · οικία · οικιακός · σπίτι · σπιτικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koti-" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη