Μετάφραση του "legaalinen" σε Ελληνικά

Το νόμιμος είναι η μετάφραση του "legaalinen" σε Ελληνικά.

legaalinen adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νόμιμος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " legaalinen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "legaalinen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη