Μετάφραση του "loikkari" σε Ελληνικά
Οι αυτόμολος, αποστάτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loikkari" σε Ελληνικά.
loikkari
Noun
noun
γραμματική
-
αυτόμολος
noun masculine -
αποστάτης
nounKun Oswald lähti Neuvostoliittoon, hän ei ollut aito loikkari.
Όταν ο Όσβαλντ πήγε στη Ρωσία, δεν ήταν αποστάτης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " loikkari " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη