Μετάφραση του "loikkaus" σε Ελληνικά
Οι αυτομόληση, αποστασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loikkaus" σε Ελληνικά.
loikkaus
Noun
γραμματική
-
αυτομόληση
-
αποστασία
nounHänen piti ampua paukkupanoksia, jotta loikkaus näyttäisi todelta.
Πυροβόλησε άσφαιρα για να κάνει την αποστασία του πιστευτή για μας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " loikkaus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη