Μετάφραση του "lopetus" σε Ελληνικά

Οι λήξη, τέλος, τελείωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lopetus" σε Ελληνικά.

lopetus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λήξη

    noun feminine

    Hoidon keskeyttäminen tai liian aikainen hoidon lopetus saattaa heikentää kasvuhormonihoidon vaikutusta

    Η διακοπή ή πρόωρη λήξη της θεραπείας με σωματοτροπίνη μπορεί να επηρεάσει την επιτυχία της θεραπείας με αυξητική ορμόνη

  • τέλος

    noun neuter

    Tuo ei ole se mahtava lopetus, jonka ansaitset.

    Αυτό δεν είναι το απίστευτο τέλος που σου αξίζει.

  • τελείωμα

    noun
  • τερματισμός

    noun

    Virhe luotaessa ajuritietokantaa: epänormaali lapsiprosessin lopetus

    Σφάλμα κατά τη δημιουργία βάσης δεδομένων οδηγών: αντικανονικός τερματισμός θυγατρικής διεργασίας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lopetus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lopetus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lopetus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη