Μετάφραση του "loukkaus" σε Ελληνικά
Οι προσβολή, αδίκημα, βρισιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loukkaus" σε Ελληνικά.
loukkaus
noun
γραμματική
-
προσβολή
noun feminineKutsuisin eksääsi koiraksi, mutta se olisi loukkaus tätä kohtaan.
Θα αποκαλούσα τον πρώην σου σκύλο, αλλά θα ήταν προσβολή για τη ζουζούνα από δω.
-
αδίκημα
noun neuterYksityisesti jaettu sotilaallinen rahoitus on vakava loukkaus!
Ιδιαιτέρως να διανέμεις στρατιωτικά χρήματα είναι σοβαρό αδίκημα!
-
βρισιά
nounTurkkilaisten mukaan Giauri on ihmisten alapuolella, minkä vuoksi se on erityisen karkea ja rasistinen loukkaus Turkin kielessä.
Στο μυαλό των Τούρκων ο γκιαούρης θεωρείται υπάνθρωπος, με αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται η πλέον προσβλητική ρατσιστική βρισιά στην τουρκική γλώσσα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θίξιμο
- λοιδορία
- παράβαση
- πλήγμα
- πλήγωμα
- τραύμα
- αγένεια
- απρέπεια
- κακοφανισμός
- καταστρατήγηση
- λοιδωρία
- παρανομία
- περιφρόνηση
- πληγή
- ταπείνωση
- ύβρη
- ύβρις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " loukkaus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "loukkaus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη