Μετάφραση του "loukkaava" σε Ελληνικά
Οι προσβλητικός, αντιπαθής, υβριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loukkaava" σε Ελληνικά.
loukkaava
adjective
verb
γραμματική
-
προσβλητικός
adjectiveVihjaus, ettemme hoida tätä tapausta - kaikella ahkeruudella, ei ole vain väärä vaan myös loukkaava.
Ο ισχυρισμός ότι δεν ενδιαφερόμαστε για την υπόθεση δεν είναι απλά λάθος, αλλά και προσβλητικός.
-
αντιπαθής
adjective m;f -
υβριστικός
Adjective masculineKomissio korostaa lisäksi, että kantajan väite, jonka mukaan lomakkeet on täytetty "tuulesta temmaten" vaikuttaa loukkaavalta, ja se on selvästikin perusteeton.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι τα δελτία είχαν κατατεθεί κατά τρόπο «περίεργο» είναι υβριστικός και, κυρίως, στερείται βασιμότητας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " loukkaava " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "loukkaava" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγένεια · απρέπεια · θίξιμο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη