Μετάφραση του "oppiarvo" σε Ελληνικά

Οι πτυχίο, δίπλωμα, τίτλος σπουδών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oppiarvo" σε Ελληνικά.

oppiarvo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτυχίο

    noun neuter

    Murhanhimo olisi kuin tekniikan oppiarvo.

    Αλλά φαντάζομαι πως το να θες να σκοτώσεις κάποιον θα χρειάζεται και κάποιο πτυχίο.

  • δίπλωμα

    noun neuter

    Omaperäinen ajattelija ei tarvitse oppiarvoja.

    Οι αληθινοί διανοητές δεν χρειάζονται διπλώματα.

  • τίτλος σπουδών

    Eikä työtä välttämättä löydy omalta alalta, vaikka olisikin saanut jonkin akateemisen oppiarvon tai erikoiskoulutuksen.

    Επιπλέον, το να έχει κάποιος έναν τίτλο σπουδών ή εξειδικευμένη εκπαίδευση δεν εγγυάται ότι θα βρει εργασία στο επάγγελμα της επιλογής του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oppiarvo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oppiarvo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη