Μετάφραση του "oppikirja" σε Ελληνικά

Οι εγχειρίδιο, βιβλίο, διδακτικό βιβλίο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oppikirja" σε Ελληνικά.

oppikirja noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγχειρίδιο

    noun masculine

    1|opetuksen ja opiskelun apuvälineenä käytettävä kirja, joka käsittelee tiettyä aihekokonaisuutta

    Kaksi tutkimusta psilosybiinin vaikutuksista ja yhden oppikirjan psykedeelisten aineiden kemiasta.

    Δυο έρευνες των βιοχημικών επιπτώσεων της ψιλοκυβίνης και ένα εγχειρίδιο για τη χημεία των ψυχεδελικών.

  • βιβλίο

    noun neuter

    Näin siinä käy, kun hän oikeasti lukee oppikirjaa.

    Κοίτα τι έγινε τώρα που διάβασε το βιβλίο!

  • διδακτικό βιβλίο

    noun masculine

    Tavallinen oppikirja aiheesta, onko näin?

    Διδακτικό βιβλίο επί του θέματος, σωστά

  • σχολικό εγχειρίδιο

    Aihe: Irredentistiset opit albanialaisissa oppikirjoissa

    Θέμα: Αλυτρωτικές αναφορές σε αλβανικό σχολικό εγχειρίδιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oppikirja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Oppikirja
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγχειρίδιο

    noun

    Se on kuin loihtimisen käsikirja. Oppikirja siitä, miten kutsua aaveita, ja saada ne tekemään mitä haluaa.

    Και θυμίζει εγχειρίδιο για το πως να κάνεις μια επίκληση. Κάτι σαν σημειώσεις, για το πως να ελέγχεις τα φαντάσματα που καλέσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oppikirja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη