Μετάφραση του "oppimaton" σε Ελληνικά

Οι αγράμματος, αμόρφωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oppimaton" σε Ελληνικά.

oppimaton adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγράμματος

    adjective masculine
  • αμόρφωτος

    adjective

    Brigham Young oppimaton mielipuoli.

    Ο Brigham Young είναι ενας αμόρφωτος τρελλός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oppimaton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oppimaton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη