Μετάφραση του "Oppiminen" σε Ελληνικά

Οι Μάθηση, εκμάθηση, μάθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Oppiminen" σε Ελληνικά.

Oppiminen
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μάθηση

    a) Oppiminen ja tutkimus tietoyhteiskunnassa

    α) Μάθηση και έρευνα στην κοινωνία της πληροφορίας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Oppiminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

oppiminen noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκμάθηση

    noun feminine

    Muiden yhteisökielten oppiminen on välttämätöntä aivan lasten varhaisimmasta opetuksesta lähtien.

    Η εκμάθηση άλλων κοινοτικών γλωσσών είναι απαραίτητη από τις πιο μικρές ηλικίες σχολικής εκπαίδευσης των παιδιών.

  • μάθηση

    noun

    Näin ollen elinikäinen oppiminen on keskeinen osa jokaista neljää pilaria.

    Συνεπώς, η δια βίου μάθηση είναι πρωτεύουσας σημασίας και εντάσσεται και στους τέσσερις άξονες.

  • απόκτηση γνώσεων

  • κατάκτηση

    noun

Φράσεις παρόμοιες με "Oppiminen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Oppiminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη