Μετάφραση του "perus" σε Ελληνικά

Οι βάση, στοιχειώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perus" σε Ελληνικά.

perus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάση

    noun feminine

    Toissijaisesti se haki lisäsuojatodistusta kalsitriolin ja voiteen perusaineen yhdistelmää varten.

    Επικουρικώς, ζήτησε τη χορήγηση πιστοποιητικού για μια σύνθεση αποτελούμενη από calcitriol και μια βάση αλοιφής.

  • στοιχειώδης

    adjective

    Alueiden komitea on huomannut, että sosiaalisen toimintaohjelman mukaan perus- ja jatkokoulutuksen tulisi vastata paremmin työelämän ammatillisia tarpeita.

    Η Επιτροπή των Περιφερειών σημειώνει ότι στο πρόγραμμα κοινωνικής δράσης θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό να δοθεί πιο επαγγελματικός χαρακτήρας στην στοιχειώδη και ανώτερη εκπαίδευση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "perus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Βασικό διάγραμμα Βεν
  • απόλυτος · ατομικός · βασικός · γραμμή βάσης · θεμελιώδης · πρωτοβάθμιος · πρωτογενής · πρώτος · στοιχειώδης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη