Μετάφραση του "perus-" σε Ελληνικά

Οι στοιχειώδης, βασικός, θεμελιώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perus-" σε Ελληνικά.

perus- Prefix
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στοιχειώδης

    adjective masculine

    Alueiden komitea on huomannut, että sosiaalisen toimintaohjelman mukaan perus- ja jatkokoulutuksen tulisi vastata paremmin työelämän ammatillisia tarpeita.

    Η Επιτροπή των Περιφερειών σημειώνει ότι στο πρόγραμμα κοινωνικής δράσης θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό να δοθεί πιο επαγγελματικός χαρακτήρας στην στοιχειώδη και ανώτερη εκπαίδευση.

  • βασικός

    adjective masculine

    23 Tästä on ensin todettava, ettei perus- eikä soveltamisasetuksessa ole määritelty tätä käsitettä.

    23 Στο σημείο αυτό επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι ούτε ο βασικός κανονισμός ούτε ο κανονισμός εφαρμογής ορίζουν την έννοια αυτή.

  • θεμελιώδης

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόλυτος
    • ατομικός
    • γραμμή βάσης
    • πρωτοβάθμιος
    • πρωτογενής
    • πρώτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perus- " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "perus-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perus-" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη