Μετάφραση του "perusta" σε Ελληνικά

Οι βάση, έδαφος, βάθρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perusta" σε Ελληνικά.

perusta noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάση

    noun feminine

    Nämä arvot ovat perusta omistajille myönnetyille tukikelpoisille korvauksille.

    Οι εν λόγω αξίες αποτελούν τη βάση για τις επιλέξιμες δαπάνες αποζημίωσης των κατόχων.

  • έδαφος

    noun neuter

    Tämän vuoksi meidän on saatava aikaan keskinäinen ymmärtämys ja rakennettava hedelmällinen perusta toivoa herättävälle ja rauhalliselle tulevaisuudelle.

    Εκεί πρέπει να προάγουμε τον αμοιβαίο σεβασμό και να δημιουργήσουμε πρόσφορο έδαφος για ένα ελπιδοφόρο και ειρηνικό μέλλον.

  • βάθρο

    Komission mielestä laajentumisen yhteydessä on säilytettävä nykyinen yhteisön säännöstö ja viidentoista jäsenvaltion yhdessä kehittämien yhteisöpolitiikkojen yhteinen perusta.

    Θεωρεί ουσιώδες να διατηρηθεί, με τη διεύρυνση, το κοινοτικό κεκτημένο και το κοινό βάθρο των κοινοτικών πολιτικών που έχουν αναπτυχθεί σήμερα στην Ευρώπη των 15.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεμέλιο
    • θεμελίωση
    • βασική αρχή
    • υποδομή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perusta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "perusta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perusta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη