Μετάφραση του "perustava" σε Ελληνικά
Το στοιχειώδης είναι η μετάφραση του "perustava" σε Ελληνικά.
perustava
adjective
γραμματική
-
στοιχειώδης
noun masculineTyövoiman liikkuvuus, jota autetaan ja ruokitaan perustavilla koulutus- ja ammattikoulutusohjelmilla, on yhä toteutumatta.
Η κινητικότητα της εργασίας, υποστηριζόμενη και ενισχυόμενη από τη στοιχειώδη εκπαίδευση και τα προγράμματα κατάρτισης παραμένει ανεφάρμοστη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " perustava " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "perustava" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευρωπαϊκή συμφωνία σύνδεσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη