Μετάφραση του "perustava" σε Ελληνικά

Το στοιχειώδης είναι η μετάφραση του "perustava" σε Ελληνικά.

perustava adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στοιχειώδης

    noun masculine

    Työvoiman liikkuvuus, jota autetaan ja ruokitaan perustavilla koulutus- ja ammattikoulutusohjelmilla, on yhä toteutumatta.

    Η κινητικότητα της εργασίας, υποστηριζόμενη και ενισχυόμενη από τη στοιχειώδη εκπαίδευση και τα προγράμματα κατάρτισης παραμένει ανεφάρμοστη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perustava " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "perustava" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perustava" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη