Μετάφραση του "pidetty" σε Ελληνικά

Οι αγαπημένος, αρεστός, ειδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pidetty" σε Ελληνικά.

pidetty adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαπημένος

    particle

    Postimies ja pidetty kaupunkilainen.

    Ταχυδρόμος και αγαπημένος γνωστός της πόλης.

  • αρεστός

    Adjective

    Saa miettimään, miksi valitsin elämän, jossa olisi tärkeää olla pidetty.

    Είναι να αναρωτιέσαι γιατί επέλεξα μια ζωή που βασίζεται στο να είσαι αρεστός.

  • ειδικός

    adjective masculine
  • ιδιαίτερος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pidetty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pidetty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη