Μετάφραση του "piiska" σε Ελληνικά

Οι μαστίγιο, καμουτσίκι, κτυπήστε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "piiska" σε Ελληνικά.

piiska noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαστίγιο

    noun masculine

    Sinä jaat nuo paperit, vaikka minun täytyisi seurata sinua piiskan kanssa.

    Θα πάς να παραδώσεις της εφημερίδες, αλλιώς θα σε πάρω απο πίσω με το μαστίγιο.

  • καμουτσίκι

    noun

    Kunhan et käytä piiskaasi siihen.

    Τουλάχιστον όσο δεν χρησιμοποιείς το καμουτσίκι πάνω του.

  • κτυπήστε

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βούρδουλας
    • καμτσίκι
    • κνούτο
    • φραγγέλιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " piiska " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "piiska" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δέρνω · μαστίζω · μαστιγώνω · ξυλιά · ξυλοφορτώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "piiska" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη