Μετάφραση του "piispa" σε Ελληνικά

Οι επίσκοπος, δεσπότης, Επίσκοπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "piispa" σε Ελληνικά.

piispa noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίσκοπος

    noun masculine

    1|kristillisessä kirkossa hiippakunnan hengellinen johtaja

    Paikallinen piispa ja armeijan päällystö olivat juhlimassa, pukeutuneena hienoimpiin.

    Ένας ντόπιος επίσκοπος και ο στρατός είχαν μαζευτεί για τον εορτασμό, ντυμένοι επίσημα.

  • δεσπότης

    noun masculine

    Sinun pitää tehdä epämiellyttäviä tekoja, kun sinusta tulee piispa.

    Θ'ανακαλύψεις μερικά δυσάρεστα πράγματα όταν γίνεις δεσπότης.

  • Επίσκοπος

    εκκλησιαστικός υπεύθυνος επισκοπής (για Καθολικό επίσκοπο υπάρχει το → Q611644, για Ορθόδοξο το → Q15283040)

    Poikani piispa valitsee hänet.

    Ο γιος μου, σαν Επίσκοπος, μόνο αυτόν θα επικυρώσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " piispa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "piispa"

Φράσεις παρόμοιες με "piispa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "piispa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη