Μετάφραση του "putkisto" σε Ελληνικά

Οι αγωγός, υδραυλικά, σωλήνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "putkisto" σε Ελληνικά.

putkisto noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωγός

    noun feminine

    Saatavaa hyötyä on pidettävä valikoivana, eikä putkistoa täten voida pitää ”julkisena infrastruktuurina”.

    Αυτό το πλεονέκτημα πρέπει να θεωρηθεί επιλεκτικό, και ο αγωγός δεν μπορεί να θεωρηθεί «δημόσια υποδομή».

  • υδραυλικά

    adjective n-p

    Itse asiassa heillä on ollut outoja ongelmia putkistossa ja sähköissä.

    Βασικά έχουν κάποια προβλήματα με τα υδραυλικά και τα ηλεκτρικά του σπιτιού.

  • σωλήνωση

    noun feminine

    Jos putkistossa ennen mittaria on useita korkeita kohtia, saattaa olla tarpeellista käyttää useampia kaasunpoistimia.

    Αν η σωλήνωση τροφοδοσίας του μετρητού περιέχει περισσότερα υψηλά σημεία, είναι πιθανόν να χρειασθούν περισσότεροι απαγωγείς αερίου.

  • σύστημα υδραυλικών εγκαταστάσεων

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " putkisto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "putkisto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη