Μετάφραση του "puuttuva" σε Ελληνικά

Οι απών, λέιπων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puuttuva" σε Ελληνικά.

puuttuva Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απών

    adjective masculine

    Puheenjohtaja, puuttuva valamies on jäänyt auton alle.

    Κε Δικαστά, ο απών ένορκος είχε ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό ατύχημα.

  • λέιπων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " puuttuva " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "puuttuva" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη