Μετάφραση του "puutunut" σε Ελληνικά
Οι μουδιασμένος, ναρκωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puutunut" σε Ελληνικά.
puutunut
Adjective
adjective
γραμματική
-
μουδιασμένος
adjective masculineHanurini on puutunut ja päätäni särkee kofeiinin vieroitusoireiden takia.
Ο πισινός είναι μουδιασμένος και έχω έναν φοβερό πονοκέφαλο από έλλειψη καφεΐνης.
-
ναρκωμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " puutunut " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη