Μετάφραση του "puvusto" σε Ελληνικά

Οι ενδυματολόγιο, κοστούμια, γκαρνταρόμπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puvusto" σε Ελληνικά.

puvusto Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενδυματολόγιο

    noun neuter
  • κοστούμια

    noun neuter

    9. Puvustot ja lavasteet, jotka lainataan tai vuokrataan teattereille tai näytelmäseuroille.

    9. Κοστούμια και σκηνικά που δανείζονται ή ενοικιάζονται σε θεατρικούς συλλόγους ή σε θέατρα.

  • γκαρνταρόμπα

    noun feminine

    Et voi saada uutta puvustoa aina kun haluat.

    Δεν μπορείς να αγοράσεις καινούργια γκαρνταρόμπα όποτε εσύ θες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " puvusto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "puvusto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη