Μετάφραση του "pv" σε Ελληνικά
Οι ημέρα, ημέρες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pv" σε Ελληνικά.
pv
abbreviation
-
ημέρα
noun feminineLuokka ”≤ 1 pv” sisältää myös erääntymisajattomat talletukset.
Η κατηγορία «1 ημέρα ή λιγότερο» επίσης περιλαμβάνει καταθέσεις χωρίς λήξη ή χωρίς περιορισμούς ως προς τη διάρκεια.
-
ημέρες
nounEKP:n velkasitoumuksen maturiteetti (pv
διάρκεια του πιστοποιητικού χρέους της ΕΚΤ (σε ημέρες
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pv " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη