Μετάφραση του "raippa" σε Ελληνικά

Οι μαστίγιο, καμουτσίκι, καμτσίκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raippa" σε Ελληνικά.

raippa noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαστίγιο

    noun masculine

    Isälläni oli tapana ottaa raippa, - ja hän jakoi sen osiin - ja sitoi siihen 13 solmua

    O πατέρας μου έπαιρνε ένα μαστίγιο, το έκοβε... κι έδενε 13 κόμπους πάνω του.

  • καμουτσίκι

    noun

    Liittyykö seinällä roikkuvaan raippaan jokin tarina?

    Υπάρχει κάποια ιστορία για το καμουτσίκι που κρέμεται στον τοίχο;

  • καμτσίκι

    noun
  • φραγγέλιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raippa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raippa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη