Μετάφραση του "raiskata" σε Ελληνικά
Οι βιάζω, έχω βιαστεί, ασελγώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raiskata" σε Ελληνικά.
raiskata
verb
γραμματική
-
βιάζω
verbVäkivaltaiset sotilasoperaatiot ovat käynnissä, ja ihmiset joutuvat siirtymään asuinsijoiltaan, heitä tapetaan ja raiskataan.
Οι βίαιες στρατιωτικές επιχειρήσεις είναι υπό εξέλιξη, και οι άνθρωποι εκτοπίζονται, σκοτώνονται και βιάζονται.
-
έχω βιαστεί
Hän kertoi, että noita raiskasi erään brujon äidin.
Μου είπε ότι του Μπρούχο η μητέρα, είχε βιαστεί από έναν μάγο.
-
ασελγώ
verb -
κακοποιώ
Verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " raiskata " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη