Μετάφραση του "ruisku" σε Ελληνικά
Οι ένεση, σύριγγα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ruisku" σε Ελληνικά.
ruisku
noun
γραμματική
-
ένεση
nounKäteni tärisivät niin pahasti, että ruisku meinasi pudota.
Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο που ίσα που μπορούσα να κρατήσω την ένεση, αλλά επέζησα.
-
σύριγγα
noun feminineHävitä käytetty ruisku heti laittamalla se pistävälle jätteelle tarkoitettuun astiaan
Απορρίψετε την χρησιμοποιημένη σύριγγα αμέσως σε δοχεία για αιχμηρά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ruisku " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη