Μετάφραση του "seurakunta" σε Ελληνικά

Οι ενορία, εκκλησίασμα, Εκκλησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seurakunta" σε Ελληνικά.

seurakunta noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενορία

    noun feminine

    kristittyjen muodostama yhteisö

    Missään vaiheessa ei käsitelty sitä, oliko seurakunta tuottaja vai ei.

    Στην υπόθεση εκείνη δεν εξετάστηκε καθόλου το ζήτημα αν η ενορία είχε την επίμαχη ιδιότητα του παραγωγού.

  • εκκλησίασμα

    noun neuter

    Diakoni tai joku muu pappeudenhaltija jakaa sitten sakramenttileivän seurakunnalle.

    Ο διάκονος ή άλλος φέρων την ιεροσύνη διανέμει εν συνεχεία το ψωμί μεταλήψεως στο εκκλησίασμα.

  • Εκκλησία

    noun feminine

    Kukin seurakunta sai tavallisesti vain yhden käsin kopioidun Vartiotornin.

    Κατά κανόνα, κάθε εκκλησία λάβαινε μόνο ένα αντίτυπο της Σκοπιάς, το οποίο ήταν γραμμένο με το χέρι.

  • συναγωγή

    noun feminine

    Kuulin, että rabbilla, joka kehuu itseään, on yhden ihmisen seurakunta.

    O ραβίνος που αυτοπροβάλλεται είναι μόνος στη συναγωγή του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " seurakunta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "seurakunta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη