Μετάφραση του "seuralainen" σε Ελληνικά

Οι καβαλιέρος, σύντροφος, δορυφόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seuralainen" σε Ελληνικά.

seuralainen noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καβαλιέρος

    masculine
  • σύντροφος

    noun m;f

    Piirisyytäjä uskoo, - että tytön seuralainen on yhä elossa.

    Ο εισαγγελέας έχει αποδείξεις ότι ο σύντροφος της κοπέλας είναι ακόμα ζωντανός.

  • δορυφόρος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ντάμα
    • συνοδός
    • σύνοδος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " seuralainen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "seuralainen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη