Μετάφραση του "sorto" σε Ελληνικά

Οι καταστολή, εκμετάλλευση, κακομεταχείριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sorto" σε Ελληνικά.

sorto noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταστολή

    noun

    Tätä samaa sortoa harjoitetaan ennenkuulumattoman voimakkaasti väestöä kohtaan ja ennen kaikkea joitakin vähemmistöryhmiä kohtaan.

    Η ίδια αυτή καταστολή εφαρμόζεται με άνευ προηγουμένου βιαιότητα κατά του πληθυσμού και κυρίως κατά ορισμένων μειονοτήτων.

  • εκμετάλλευση

    noun
  • κακομεταχείριση

    noun

    Väkivalta ja sorto on lopetettava Irakissa.

    Πρέπει να τεθεί τέλος στην κακομεταχείριση και την καταπίεση στο Ιράκ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατάπνιξη
    • παρέκκλιση από πορεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sorto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sorto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απολυταρχικός · αυταρχικός · δεσποτικός · τυραννικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sorto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη