Μετάφραση του "sorto-" σε Ελληνικά
Οι απολυταρχικός, αυταρχικός, δεσποτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sorto-" σε Ελληνικά.
sorto-
-
απολυταρχικός
adjective masculine -
αυταρχικός
adjective masculine -
δεσποτικός
adjective -
τυραννικός
adjective masculineSosiaalinen sorto ei aja sinua siihen.
Δεν οδηγήθηκες σε αυτό από κάποια τυραννική κοινωνική δύναμη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sorto- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sorto-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκμετάλλευση · κακομεταχείριση · κατάπνιξη · καταστολή · παρέκκλιση από πορεία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη