Μετάφραση του "supermarket" σε Ελληνικά

Οι σουπερμάρκετ, υπεραγορά, σούπερ μάρκετ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "supermarket" σε Ελληνικά.

supermarket noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σουπερμάρκετ

    noun neuter

    Saksassa on perinteisesti useita halpoja supermarketeja.

    Γερμανία έχει κατά παράδοση ορισμένα εκπτωτικά σουπερμάρκετ.

  • υπεραγορά

    noun

    Vastaavaa voidaan esittää myyntipaikkaan liittyvien täsmennysten, esimerkiksi ”tavaratalo” tai ”supermarket”, osalta.

    Ανάλογες αντιρρήσεις μπορούν να διατυπωθούν όσον αφορά διευκρινίσεις σχετικές με τη φύση του χώρου πωλήσεως, για παράδειγμα «πολυκατάστημα» ή «υπεραγορά».

  • σούπερ μάρκετ

    neuter

    Me kaikki tiedämme, että keskimääräinen supermarket haluaa esittäytyä kuluttajille hintojen leikkaajana.

    Γνωρίζουμε όλοι πώς το μέσο σούπερ-μάρκετ αρέσκεται να διαφημίζει στον καταναλωτή το "μακελειό" των τιμών στο οποίο προβαίνει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " supermarket " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "supermarket"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "supermarket" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη