Μετάφραση του "supermarketti" σε Ελληνικά

Το σουπερμάρκετ είναι η μετάφραση του "supermarketti" σε Ελληνικά.

supermarketti Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σουπερμάρκετ

    noun

    Edellä mainitussa esimerkissä supermarketti toimittaisi vanhentuneen leivän rehun valmistajalle.

    Στο ανωτέρω παράδειγμα, το σουπερμάρκετ διαθέτει το μπαγιάτικο ψωμί σε μια επιχείρηση παραγωγής ζωοτροφών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " supermarketti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "supermarketti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη