Μετάφραση του "toimeentulo" σε Ελληνικά

Το απαραίτητα είναι η μετάφραση του "toimeentulo" σε Ελληνικά.

toimeentulo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαραίτητα

    noun

    Riittävä toimeentulo on ikäihmisten itsenäisyyden ja omatoimisuuden edellytys.

    Η ύπαρξη ικανοποιητικού εισοδήματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανεξαρτησία και την αυτάρκεια των ηλικιωμένων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toimeentulo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toimeentulo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη