Μετάφραση του "toimenpide" σε Ελληνικά

Οι δράση, ενέργεια, μέτρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toimenpide" σε Ελληνικά.

toimenpide noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δράση

    noun feminine

    Tätä toimenpidettä olisi koordinoitava, ja mielestäni vastaava viittaus pitäisi lisätä ehdotukseen.

    Αυτή η δράση πρέπει να συντονιστεί, και η άποψή μου είναι ότι πρέπει να συμπεριληφθεί κάποια αναφορά.

  • ενέργεια

    noun feminine

    Tässä tapauksessa on suoritettava erityinen toimenpide joka kerta ennen hälytysjärjestelmän kytkemistä.

    Τότε πρέπει να υπάρξει ανεξάρτητη ενέργεια κάθε φορά πριν ενεργοποιηθεί το σύστημα συναγερμού.

  • μέτρο

    noun neuter

    Tässä tarkasteltavassa tapauksessa toimenpide koostuu julkisessa omistuksessa olevien vesivarojen käyttöoikeuden myöntämisestä.

    Στην προκειμένη περίπτωση, το μέτρο συνίσταται στη χορήγηση δικαιώματος χρήσης υδάτινων πόρων οι οποίοι αποτελούν δημόσια περιουσία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πράξη
    • βήμα
    • επέμβαση
    • παρέμβαση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toimenpide " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "toimenpide" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toimenpide" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη