Μετάφραση του "tukeutuminen" σε Ελληνικά

Το εξάρτηση είναι η μετάφραση του "tukeutuminen" σε Ελληνικά.

tukeutuminen
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάρτηση

    noun feminine

    Tämä liiallinen tukeutuminen kolmansiin osapuoliin heikensi sijoittajien harjoittamaa asianmukaista huolellisuutta.

    Αυτή η υπερβολική εξάρτηση από τρίτους αποδυνάμωσε την άσκηση δέουσας επιμέλειας από τους επενδυτές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tukeutuminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tukeutuminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη