Μετάφραση του "tukeva" σε Ελληνικά
Οι γερός, στέρεος, στερεός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tukeva" σε Ελληνικά.
tukeva
adjective
verb
γραμματική
-
γερός
adjective masculineInsinöörit uskovat, että vuoden 2001 kesäkuussa torni on riittävän tukeva avattavaksi jälleen yleisölle.
Οι μηχανικοί πιστεύουν ότι μέχρι τον Ιούνιο του 2001 ο πύργος θα είναι αρκετά γερός ώστε να ανοίξει και πάλι για το κοινό.
-
στέρεος
adjective masculine -
στερεός
adjective masculineKuljettimen on oltava tukevalla tavalla suunniteltu ja muodostettava jäykkä asennus.
Ο μεταφορέας πρέπει να είναι στερεά κατασκευασμένος και εγκατεστημένος σε σταθερό υπόβαθρο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανθεκτικός
- ελαστικός
- ευτραφής
- εύκαμπτος
- εύρωστος
- εύσωμος
- παχύς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tukeva " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tukeva" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συσκευή βελτιωμένης αποθήκευσης
-
στέρεα
-
πλαίσιο εμπλουτισμένου κειμένου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη