Μετάφραση του "tulppa" σε Ελληνικά

Οι βούλωμα, βύσμα, πώμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tulppa" σε Ελληνικά.

tulppa noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούλωμα

    noun
  • βύσμα

    noun

    Meidän pitäisi kertoa poliisille. Ja sinä vain vaihdat tulppiasi.

    Θα έπρεπε να είμαστε στην αστυνομία. Κι αλλάζεις βύσματα.

  • πώμα

    noun

    Suljetaan löyhästi tulpalla ja sekoitetaan kunnes näyte on liuennut.

    Τοποθετείται χαλαρά το πώμα και ακολουθεί περιδίνηση μέχρι να επιτευχθεί διασπορά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναφλεκτήρας
    • απόφραξη
    • μπουζί
    • τάπα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tulppa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tulppa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τουλίπα · τουλίπα ’
  • κλειδί για μπουζί · μπουζόκλειδο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tulppa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη