Μετάφραση του "unikeko" σε Ελληνικά

Οι δασομυωξός, αφηρημένος, κοιμήσης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unikeko" σε Ελληνικά.

unikeko noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δασομυωξός

    masculine
  • αφηρημένος

    adjective
  • κοιμήσης

  • υπναράς

    Noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unikeko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unikeko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη