Μετάφραση του "uppoutuminen" σε Ελληνικά

Οι απορρόφηση, προσήλωση, συγκέντρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uppoutuminen" σε Ελληνικά.

uppoutuminen
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απορρόφηση

    noun feminine

    Useissa lähteissä on sanottu, että materialistisiin hankkeisiin uppoutuminen voi viedä henkisen ja jopa fyysisen terveyden.

    Αρκετές πηγές επισημαίνουν ότι η απορρόφηση σε υλιστικές επιδιώξεις μπορεί να σας αρρωστήσει—διανοητικά, συναισθηματικά, ακόμη και σωματικά.

  • προσήλωση

    noun
  • συγκέντρωση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uppoutuminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uppoutuminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη