Μετάφραση του "valtuuttaa" σε Ελληνικά

Οι εξουσιοδοτώ, παρέχω, αδειοδοτώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valtuuttaa" σε Ελληνικά.

valtuuttaa verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξουσιοδοτώ

    verb

    Vuoden 2002 marraskuussa neuvosto valtuutti komission neuvottelemaan takaisinottosopimuksen Kiinan kanssa.

    Το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή, τον Νοέμβριο 2002, να διαπραγματευτεί μία συμφωνία επανεισδοχής με την Κίνα.

  • παρέχω

    verb

    Komissio valtuutetaan muuttamaan liitettä II jäsenvaltioiden toimittamien tietojen perusteella.

    Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να τροποποιεί το παράρτημα II βάσει των πληροφοριών που παρέχουν τα κράτη μέλη.

  • αδειοδοτώ

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναθέτω
    • δίνω άδεια
    • κάνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " valtuuttaa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "valtuuttaa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη