Μετάφραση του "valtuutus" σε Ελληνικά
Οι εξουσιοδότηση, άδεια, έγκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valtuutus" σε Ελληνικά.
-
εξουσιοδότηση
noun feminine- Yleinen valtuutus paikoitusalueiden ja pysäköintimittareiden ylläpitämiseksi perustuu lakiin.
- Η γενική εξουσιοδότηση για τη λειτουργία περιφραγμένων χώρων σταθμεύσεως και παρκομέτρων προκύπτει από νόμο.
-
άδεια
noun feminineUnionin passitusmenettelyn valtuutetun lähettäjän asemaa koskevat hakemus ja valtuutus
Αίτηση και άδεια για την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποστολέα για το καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης
-
έγκριση
nounEräiden jäsenvaltioiden tietyille reiteille vaaditaan asianomaisen jäsenvaltion antama valtuutus.
Η εκτέλεση δρομολογίων σε ορισμένα κράτη μέλη υπόκειται στην έγκριση του αντίστοιχου κράτους μέλους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εντολή
- πληρεξούσιο
- πληρεξούσιος
- διαπίστευση
- ικανότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " valtuutus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate