Μετάφραση του "vanhapoika" σε Ελληνικά

Οι εργένης, άγαμος, ανύπαντρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vanhapoika" σε Ελληνικά.

vanhapoika Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργένης

    noun masculine

    Ei kai sinustakin tule tämmöinen vanhapoika?

    Δεν θα μείνεις εργένης όλ σου τη ζωή, σαν εμένα!

  • άγαμος

    noun masculine

    Ennen pitkää olen se outo, keski-ikäinen vanhapoika, - jota heidän lapsensa kutsuvat Ted-sedäksi.

    Θα γίνω ο παράξενος, μεσήλικας άγαμος που τα παιδιά φωνάζουν θείο Τεντ.

  • ανύπαντρος

    adjective masculine
  • μπεκιάρης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vanhapoika " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vanhapoika" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη