Μετάφραση του "vanu" σε Ελληνικά

Το βαμβάκι είναι η μετάφραση του "vanu" σε Ελληνικά.

vanu noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαμβάκι

    noun neuter

    – luokka 5: ”Terveydenhoitotuotteet, dieettituotteet, dieettiravintoaineet, vanu, vanusta tehdyt vaipat”

    – κλάση 5: «Προϊόντα υγιεινής, διαιτητικά προϊόντα, διαιτητικές τροφές, υδρόφιλο βαμβάκι, πάνες από υδρόφιλο βαμβάκι»·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vanu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vanu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη