Μετάφραση του "voittamaton" σε Ελληνικά

Οι αήττητος, ακαταμάχητος, ανίκητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voittamaton" σε Ελληνικά.

voittamaton adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αήττητος

    adjective

    Se on ollut syntisille ihmisille voittamaton vihollinen, joka on merkinnyt väistämätöntä loppua ja tuottanut mittaamatonta surua.

    Έχει αποδειχτεί αήττητος εχθρός, το αναπόφευκτο τέλος των αμαρτωλών ανθρώπων, αιτία ανείπωτης θλίψης και οδύνης.

  • ακαταμάχητος

    adjective

    Hänestä tekee vaarallisen se, että hän haluaa todistaa olevansa voittamaton.

    Αυτό που τον κάνει επικίνδυνο είναι το ότι θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει ακαταμάχητος.

  • ανίκητος

    adjective masculine

    Tyyppi on voittamaton, mutta vain tietyn ajan, ja sitten hän kuolee.

    Ο τύπος είναι ανίκητος, αλλά δεν θα αντέξει για πολύ, μετά θα πεθάνει.

  • ακατανίκητος

    adjective

    Sinä et kuitenkaan ole voittamaton.

    Αλλά δεν είσαι ακατανίκητος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voittamaton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voittamaton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη