Μετάφραση του "voitto" σε Ελληνικά
Οι νίκη, κέρδος, θρίαμβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voitto" σε Ελληνικά.
-
νίκη
noun feminineόρος που εφαρμόζεται για την επιτυχία
Jos he saivat yhden meistä, se on voitto heille.
Αν είχαν έναν από'μάς, θα ήταν μία νίκη τους.
-
κέρδος
noun neuterAvustuksen tarkoituksena tai tuloksena ei saa olla voiton tuottaminen avustuksen saajalle.
Η επιχορήγηση δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον προσπορισμό κέρδους στον δικαιούχο.
-
θρίαμβος
noun masculineHe eivät taida kertoa seikkailuistamme ja upeista voitoistamme.
Δε νομίζω πως θα εξιστορήσουν τις περιπέτειες μας και τους δοξασμένους θριάμβους μας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- όφελος
- έπαθλο
- έσοδα
- βραβείο
- επικράτηση
- κέρδη
- κατάκτηση
- κατόρθωμα
- ωφέλεια
- ωφέλημα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " voitto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Voitto" στο λεξικό Φινλανδικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Voitto στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "voitto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παροχή οικονομικών κινήτρων στους εργαζομένους
-
αποκομίζω καθαρά · αποφέρω καθαρά
-
αποκομίζω καθαρά · αποφέρω καθαρά
-
εισπράττω καθαρά · εισπράττω συνολικά
-
θρίαμβος
-
κερδοσκοπία
-
αποκομίζω · κερδίζω
-
μη εμπορικός τομέας