Μετάφραση του "Russe" σε Ελληνικά

Οι Ρώσος, Ρωσίδα, ρωσικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Russe" σε Ελληνικά.

Russe noun masculine γραμματική

Femme de Russie. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρώσος

    noun masculine

    Που έχει τη ρωσική υπηκοότητα.

    Le Russe continue de nous cacher des choses.

    Αυτός ο Ρώσος μπάσταρδος επιμένει να μας κρύβει κάτι.

  • Ρωσίδα

    noun feminine

    Vous savez que ce n'est pas une espionne Russe ou une traitre ou une terroriste.

    Ξέρεις πως δεν είναι Ρωσίδα κατάσκοπος, προδότρια ή τρομοκράτισσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Russe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

russe adjective noun masculine γραμματική

Une langue slave orientale parlée principalement en Russie et dans les anciennes républiques soviétiques. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρωσικός

    adjective

    Που αναφέρεται στη Ρωσία, τους Ρώσους, τη ρωσική γλώσσα. [..]

    L'embargo russe sur la viande polonaise en était un bon exemple.

    Ο ρωσικός εμπορικός αποκλεισμός ως προς την εισαγωγή πολωνικού κρέατος ήταν μια τέτοια περίπτωση.

  • ρωσικά

    noun neuter

    Ανατολική σλαβική γλώσσα που μιλιέται κυρίως στη Ρωσία και στις τέως σοβιετικές δημοκρατίες.

    Un tel mot n'existe pas en russe.

    Δεν υπάρχει τέτοια λέξη στη ρωσική γλώσσα.

  • ρούσικος

    Relatif à la Russie, à ses habitants

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ρωσικά
    • ρωσική γλώσσα

Εικόνες με "Russe"

Φράσεις παρόμοιες με "Russe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Russe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη