Μετάφραση του "russophone" σε Ελληνικά
Το ρωσόφωνος είναι η μετάφραση του "russophone" σε Ελληνικά.
russophone
adjective
noun
masculine
γραμματική
Qui parle le russe.
-
ρωσόφωνος
Qui parle la langue russe
Les événements ont clairement montré la mauvaise intégration de la population russophone dans la société estonienne.
Τα γεγονότα δείχνουν ξεκάθαρα πόσο λίγο ενσωματώθηκε ο ρωσόφωνος πληθυσμός στην εσθονική κοινωνία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " russophone " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη