Μετάφραση του "allotrope" σε Ελληνικά
Το αλλότροπο είναι η μετάφραση του "allotrope" σε Ελληνικά.
allotrope
adjective
noun
masculine
γραμματική
Forme d'un élément qui a une structure moléculaire distinctement différente d'une autre forme du même élément.
-
αλλότροπο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " allotrope " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη