Μετάφραση του "allotrope" σε Ελληνικά

Το αλλότροπο είναι η μετάφραση του "allotrope" σε Ελληνικά.

allotrope adjective noun masculine γραμματική

Forme d'un élément qui a une structure moléculaire distinctement différente d'une autre forme du même élément.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλλότροπο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " allotrope " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "allotrope" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη